The strong voice of a great community

Μάρτης 2005

Πίσω στο ευρετήριο

 

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

 

                   “Μετά την καταστροφή”

 

                                                 Σμύρνη – Κατοχή

                                     Ένα βιβλίο μαρτυρία της Δικηγόρου

                                                ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ  ΛΟΥΠΑ

                            

                                                       Παρουσίαση του Στίβενς Σμίθ (S.J.Smith)

 

Έλαβα ένα αντίτυπο του βιβλίου της Χριστιάνας Λούπα, “Μετά την Καταστροφή”, ( Σμύρνη-Κατοχή), το οποίο τόσο ευγενικά μου στάλθηκε από την συγγραφέα, την οποία και ευχαριστώ θερμά για την καλοσύνη της.

Ομολογώ ότι όχι μόνον το διάβασα με ιδιαίτερη προσοχή και ενδιαφέρον, αλλά θα έλεγα ότι μελέτησα στην κυριολεξία την κάθε σελίδα του, λόγω του ότι πραγματικά με συγκίνησε η πλοκή, κυρίως του πρώτου μέρους, το οποίο με μετέφερε νοερά σε μια φουρτουνιασμένη εποχή που έζησα μικρό παιδί.

Ήταν τότε που ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, μα και της ελεύθερης μητρόπολης, αισθάνθηκε να χάνεται και να σβήνει για πάντα το όνειρο του μεγάλου πολιτικού της σύγχρονης Ελλάδας, αδάμαστου ψυχικά γόνου της Κρήτης, του οραματιστή της Ελλάδας των δύο Ηπείρων και πέντε θαλασσών, Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ήταν τότε που τα άγρια και αγροίκα στίφη των Οθωμανών του Οσμάν, τα οποία επί για εννιακόσια ολόκληρα χρόνια συνεχίζουν να ταλαιπωρούν και βασανίζουν με τον πλέον απολίτιστο τρόπο τους λαούς της Μικράς Ασίας.

Τότε που η “πολιτισμένη” Ευρώπη, επικροτούσε και υποστήριζε τα δίποδα αυτά θηρία, αφήνοντας στην τύχη του έναν ολόκληρο λαό, τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, του οποίου τα οράματα και όνειρα εθνικής καταξίωσης έσβησαν εκείνη την μαύρη μέρα της καταστροφής.

Διαβάζοντας εκείνες τις μεστές νοημάτων παραγράφους του βιβλίου, οι οποίες με την επιλεκτική γραφίδα της συγγραφέως μετατρέπονται σε κάποιο είδος  εκφραστικών  πινάκων του ανείπωτου πόνου και των ταλαιπωριών, του φόβου και του θανάτου που τόσο έντονα και τόση απλότητα γλωσσική μεταφέρει το βιβλίο, ομολογώ ότι αισθάνομαι τα νοήματα και τις λέξεις να μου συναρπάζουν, να μεταφέρουν στην θύμηση νοήματα και εικόνες που εκείνη για δεκαετίες τώρα προσπαθεί να ξεχάσει να αφήσει να ξεπεραστούν.

Και φυσικά Θυμάμαι,..... αγωνιώ, πονώ μα θυμάμαι..., και τι πραγματικά δεν θυμάμαι :

Τους Γάλλους και Ιταλούς στρατιώτες και ναύτες να χτυπούν με τα κοντάκια των τουφεκιών τους, τους κατατρομαγμένους και απελπισμένους Έλληνες οι οποίοι ύστερα από υπεράνθρωπες προσπάθειες και τελείως εξαντλημένοι, κατόρθωναν να φθάσουν κολυμπώντας κοντά στα καράβια των Ευρωπαίων, εκλιπαρώντας την βοήθεια τους για να μπορέσουν να ξεφύγουν από το αιματοβαμμένο σπαθί των Οθωμανικών ορδών που τους κυνηγούσαν, και  οι οποίες φανερά, αισθανόταν απόλαυση σκορπίζοντας τον θάνατο.

Ακόμα και σήμερα, συνεχίζω να βλέπω μέσα από το παράθυρο της θύμησης τον αιματοβαμμένο Νουρεδίν Πασά, διοικητή της ελληνομάνας Σμύρνης να σέρνει πίσω από το αυτοκίνητό του το άψυχο σώμα του κακοποιημένου και δολοφονημένου από τον όχλο Μητροπολίτη Χρυσόστομο, του οποίου ξερίζωναν τα γένια, έβγαλαν τα μάτια και τον ποδοπατούσαν εκφράζοντας έτσι την οργή και τα βάρβαρα αισθήματα τους, χωρίς κανένα σεβασμό ακόμα και στον θάνατο εκείνων που μισούσαν.

Το πτώμα του ιεράρχη ήταν δεμένο με σχοινιά από τα πόδια στο αυτοκίνητο του Πασά, ο οποίος το περιέφερε σέρνοντας το στους δρόμους της πόλης εξαγριώνοντας τον όχλο ο οποίος το ποδοπατούσε και έκοβε τις σάρκες του σε κομμάτια.

Όλα αυτά τα θυμάμαι καθώς με την προστασία ενός αγγλικού στρατιωτικού αγήματος πηγαίναμε σε κάποιο σκάφος του πολεμικού ναυτικού της Βρετανίας για να μας μεταφέρει και εμάς στην Ελλάδα, από κοινού με άλλες εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που μετάφεραν από την αυγή εκείνης της ημέρας.

Για την αποφυγή παραξηγήσεων θα ήθελα να τονίσω στο σημείο αυτό ότι η οικογένεια μου έχαιρε διπλωματικής ασυλίας λόγω του ότι ο πατέρας μου από τις 20 του Μάη του 1920, και μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τον ελληνικό στρατό,είχε διαπιστευθεί ως ο Γενικός Πρόξενος της Βρετανίας για την επαρχία της Ιωνίας στην Σμύρνη.

Νωρίτερα, το 1914, υπηρετώντας ως Πρόξενος της Αγγλίας στα Χανιά της Κρήτης, και μετά την ένωση του νησιού με την Ελλάδα, παντρεύτηκε την μητέρα μου, η οποία ήταν κρητικιά και εργαζόταν ως καθηγήτρια της ελληνικής φιλολογίας στο παρθεναγωγείο των Χανίων. Ήταν η ίδια, εξ άλλου, που του δίδαξε τα ελληνικά, όχι μόνο την γλώσσα μα και να διαβάζει και να γράφει με ορθογραφία και συντακτικό.

Την αποφράδα, ωστόσο, εκείνη ημέρα της 20ης του Μάη, δυστυχώς δεν υπήρχε ο πατέρας μου. Είχε δολοφονηθεί από “κάποιες σκοτεινές δυνάμεις” οι οποίες έκαμαν αναφορά στον καθολικό αρχιεπίσκοπο της Σμύρνης, επειδή, μολονότι καθολικός, είχε παντρευτεί ορθόδοξη γυναίκα.

Όλα αυτά  έρχονται σήμερα στην θύμησή μου καθώς το μάτι αχόρταγα προσπαθεί να αγκαλιάσει με μιας όλα τα νοήματα και μηνύματα του πραγματικά καλογραμμένου βιβλίου.

Το βιβλίο, εξ άλλου, σύμφωνα με την ίδια την συγγραφέα, βασίζεται σε μαρτυρίες και πραγματικά γεγονότα τα οποία  της διηγήθηκε η Ευτέρπη Μαυρουδή-Αμυρά,

Το καλοκαίρι του 1998, σε κάποιο ορεινό χωριό του Παρνασσού, κατά την διάρκεια κοινών διακοπών. Την πλούσια εκείνη ιστορική ύλη η συγγραφέας μετέφερε στις σελίδες του βιβλίου, ύστερα από  επίπονη και επιμελημένη εργασία δυόμισι χρόνων.

Το βιβλίο θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί ως μια ιστορική μαρτυρία για την μνήμη ενός ταλαιπωρημένου λαού και έθνους, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται αποφασισμένο να γονατίσει. Με μια θαυμάσια αφηγηματική ευφράδεια και μια πηγαία και χαρισματική εκφραστική δυνατότητα, η συγγραφέας κατορθώνει να απορροφήσει την προσοχή του αναγνώστη της, και χωρίς πάθος ή κάθε είδους προκαταλήψεις, κατορθώνει να ζωγραφίσει έναν έντονο πίνακα μιας τραγικής περιόδου στην μακραίωνη διαχρονική ύπαρξη ενός έθνους καταδιωγμένου, ξεχασμένου και εγκαταλελειμμένου από εχθρούς και φίλους.

Προσωπικά πιστεύω ότι η τόσο επιμελημένη εργασία της παρουσίασης αυτού του βιβλίου θα πρέπει να αναγνωρισθεί από τον λογοτεχνικό κόσμο της Ελλάδας καθώς επίσης ότι είναι απαραίτητη η μελέτη  του από τις νεότερες γενιές των Ελλήνων για να μπορέσουν να συνειδητοποιήσουν τα παθήματα των περασμένων γενεών, όχι μόνον εκείνων που ξερίζωσε το πάθος και μίσος των Οθωμανών από την ελληνομάνα Ιωνία, μα και εκείνους που πείνασαν, μαρτύρησαν, αγωνίστηκαν, θυσιάστηκαν για να ανδρωθεί το δένδρο της λευτεριάς της σύγχρονης Ελλάδας, και μεταξύ αυτών βέβαια και εκείνων που χάθηκαν κατά την κατοχή, μια προσωπική μου εμπειρία τεσσάρων περίπου χρόνων  αιχμαλωσίας στα στρατόπεδα θανάτου του Χίτλερ στην Γερμανία.

 

Η Χριστιάνα Λούπα, γεννήθηκε στην Αθήνα. Η μητέρα της ήταν γιατρός και ο πατέρας της δικηγόρος. Τέλειωσε το Αρσάκειο του Ψυχικού και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Νομικά στην Νομική Σχολή Αθηνών.

Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι, τη Βιέννη και το Βουκουρέστι.

Μιλάει αγγλικά, γαλλικά,γερμανικά και ρουμάνικα. Από πολύ μικρή ταξιδεύει στο εξωτερικό και έχει επισκεφθεί πολλές χώρες του πλανήτη και έχει γνωρίσει διάφορους πολιτισμούς με τους οποίους πλούτισε τις εμπειρίες της.

Δικηγορεί στην Αθήνα.

 

Σημείωση : Το βιβλίο της Χριστιάνας Λούπα, “Μετά την Καταστροφή”, πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα στο ελληνικό τμήμα του βιβλιοπωλείου CHAPTERS στο Rockland Shopping Center του Montreal.  Σας το συνιστούμε.